Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Δεκ 2015

Τα ιπτάμενα τρένα του Γκονζάλο

Κάθε τέλος άνοιξης και μέσα περίπου φθινοπώρου, στο χωριό που μεγάλωσα σκάγανε πουρνό πουρνό για μερικές μέρες ελικόπτερα που ρίχνανε φάρμακο στο δάκο. 

Εμείς, παιδιά δημοτικού που με το ζόρι ξυπνάγαμε κάθε πρωί να πάμε στο σχολείο, 'κείνες τις μέρες ξυπνάγαμε αξημέρωτα. Μόλις ακούγαμε τη βουή απ' το ελικόπτερο βγαίναμε στην πλατεία και χαιρετάγαμε τους πιλότους. 

Ένα από κείνα λοιπόν τα πρωινά, είχαμε και μια μαγικά ρεαλιστική έκπληξη. Το πλήρωμα ενός απ' τα ελικόπτερα κουβάλησε μαζί του σοκολάτες και καραμέλες. Και όταν έφτασαν στην γνωστή πλατεία τις σκορπίσανε καταπάνω μας.

Αυτό μου θύμισαν οι πίνακες του Gonzalo Endara Crow με τη μόνη διαφορά πως το δικό μας ελικόπτερο είναι το δικό του τρένο. 

Ο Γκονζάλο,γεννημένος στο Εκουαδόρ το 1936, έκανε μόνιμο στοιχείο των έργων του ένα ιπτάμενο τρένο που συχνά αφήνει πάνω απ' τα χωριά που περνάει καλούδια και φρούτα. 

Βουαλά και τα τεκμήρια:







15 Φεβ 2012

Λίγα ρεσώ για τα ντουβάρια


Οι μεγάλες εξεγέρσεις του 1877

Πριν το τέλος της δεκαετίας του ‘60 η «Επίχρυση Εποχή», όπως την αποκάλεσε ο Μαρκ Τουέιν, είχε ξεκινήσει και οι ΗΠΑ ήταν απορροφημένες στην εκμετάλλευση των τεράστιων πλουτοπαραγωγικών πηγών τους, αγνοώντας πρακτικά κάθε άλλο ζήτημα. Το έθνος ξεκίνησε μια σταυροφορία για την υλική ευημερία. Ευημερία με κάθε κόστος… Μια έντονη επιθυμία για πλουτισμό κινητοποίησε και ενέπνευσε την Αμερική σχεδόν ολοκληρωτικά. Αλλά όταν αυτή εφαρμόστηκε στην πράξη, αποδείχτηκε απροκάλυπτος εγωισμός –απάνθρωπος, αντικοινωνικός. Οι πιο δριμείς και οξυδερκείς κοινωνικοί και πολιτικοί παρατηρητές της εποχής έκαναν λόγο για «την πτώση της δημόσιας ηθικής»… «τη σατανική διαπλοκή του κεφαλαίου»… «τη νέα σκλαβιά». «Πόλεμοι» λάμβαναν χώρα μεταξύ των καπιταλιστών που αναζητούσαν πλουτοπαραγωγικές πηγές. Το ανταγωνιστικό πνεύμα γινόταν πιο άγριο μέρα με τη μέρα. Εμφανίστηκαν νέες, αμείλικτες επιχειρηματικές μέθοδοι: κρυφά επιτόκια και εκπτώσεις, δωροδοκίες, υπόγειες ίντριγκες, φόνοι, ειδική νομοθεσία θεσπισμένη από πουλημένους νομοθέτες για το συμφέρον κάποιων καπιταλιστών. Οι μεγιστάνες του χρήματος και της βιομηχανίας πάλευαν με νύχια και με δόντια για το ποιοι απ’ αυτούς θα επιβιώσουν και θα κυριαρχήσουν. Όταν δύο απ’ αυτούς θεωρούσαν ότι μια μεταξύ τους μάχη θα ήταν αμοιβαία καταστροφική, ένωναν τις δυνάμεις τους και πολεμούσαν έναν τρίτο. Τα τραστ έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση...


Το Σύνταγμα των ΗΠΑ θεωρούνταν ανέκδοτο, το ίδιο και το Ανώτατο Δικαστήριο. Έντιμος πολιτικός ήταν αυτός που είχε ξεπουληθεί σε μια ομάδα συμφερόντων. Οι καπιταλιστές ως τάξη συμφωνούσαν ειλικρινά σε ένα μόνο πράγμα –στην αντίθεσή τους στις προσπάθειες του προλεταριάτου να καλυτερέψει τη θέση του. Η αστυνομία ήταν το σύμβολο της δύναμής τους. Μια φορά ο Τζ. Γκουλντ κόμπαζε με κυνισμό: «Μπορώ να προσλάβω τη μισή εργατική τάξη για να σκοτώσει την άλλη μισή». Στην αγορά εργασίας κάθε εργάτης ανταγωνιζόταν τον άλλο. Η ταξική αλληλεγγύη ήταν αδύνατη εξαιτίας της υλικής δύναμης αυτών που κυριαρχούσαν, αλλά και άλλων μέσων επιρροής που διέθεταν. 

Οι πλούσιοι μετέδωσαν σε όλο τον πληθυσμό μεγάλο μέρος των δικών τους αισθημάτων και ιδεών σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους της αμερικάνικης κοινωνίας. Στην ουσία, ο πλούσιος και ο φτωχός εμφορούνταν από της ίδιες ιδέες και κινητοποιούνταν απ’ τους ίδιους τρομακτικούς πόθους

Κάποιοι εργατικοί ηγέτες και μεταρρυθμιστές έψαχναν μια φόρμουλα με την οποία η Εργασία θα μπορούσε να απελευθερωθεί από την κυριαρχία των εργοδοτών, οι συνθήκες όμως ήταν τόσο χαώδεις και άλλαζαν τόσο γρήγορα και αναπάντεχα, που κάποιος μόλις και μετά βίας είχε το χρόνο να κατανοήσει μια κατάσταση όταν ξαφνικά μέσα σε αυτήν εμφανιζόταν ένα καινούριο πρόβλημα. Το εργατικό κίνημα ήταν, επομένως, σπασμωδικό. Η νίκη των Αυστραλών εργατών στο ζήτημα του οκταώρου στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 ώθησε τα αμερικάνικα συνδικάτα να ξεκινήσουν μια εκστρατεία για το ίδιο ζήτημα στην Αμερική. Ατέλειωτες αναλύσεις ακολούθησαν , επιτροπές οργανώθηκαν στα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα και οι πολιτικοί στην Ουάσιγκτον ήταν έτοιμοι να παρουσιάσουν νομοσχέδια για την εγκαθίδρυση του οκταώρου. Κάποιες απεργίες ξεκίνησαν για το ζήτημα αλλά με τους αμαθείς, ανοργάνωτους μετανάστες που κατέφθαναν σε μεγάλους αριθμούς και που ήταν έτοιμοι να δεχτούν κάθε θέση εργασίας με σχεδόν οποιαδήποτε αμοιβή και να δουλεύουν 12 ή 14 ώρες την ημέρα, οι εργοδότες δεν είχαν δυσκολία να τις διαλύσουν.

Οι εργάτες εκείνη την περίοδο πέτυχαν μία μόνο νίκη –στη μεγάλη απεργία του 1872 στη Νέα Υόρκη στην οποία έλαβαν μέρος περίπου 100.000 άνθρωποι, για την εγκαθίδρυση του οκταώρου στις οικοδομές και στο εμπόριο μηχανών. Η μάχη κράτησε αρκετούς μήνες, και τελικά οι εργοδότες υποχώρησαν. Ήταν μια μεγάλη νίκη, αλλά στιγμιαία. Έκανε στους εργάτες μικρό καλό μακροπρόθεσμα, αφού μέσα σε λίγους μήνες ο τρομερός πανικός του 1873 σάρωσε τη χώρα και ο κόσμος της εργασίας μπήκε στην πιο κρίσιμη περίοδο της ιστορίας του.

Η χώρα βρισκόταν σε μεγάλη οικονομική ανέχεια. Είχε προηγηθεί μια υπερβολικά γρήγορη κατασκευή σιδηροδρόμων, αποβάθρων, επιχειρήσεων και άλλων σχεδίων που απαιτούσαν τεράστια ποσά κεφαλαίου αλλά απέδιδαν άμεσα λίγα κέρδη. Ένας ιστορικός της εποχής έγραψε: «Η εικόνα της απόλυτης σπατάλης την περίοδο αυτή, αν μπορούσε να αποδοθεί επαρκώς, θα φαινόταν απίστευτη σε όποιον δεν την έζησε». Τελικά, με τη χρεοκοπία μιας σημαντικής τράπεζας η οικονομική μηχανή βγήκε εκτός λειτουργίας

Ο «τρελός καλπασμός» του Αμερικάνικου καπιταλισμού κατέληξε απότομα σε μεγάλη κρίση. Η εργατική τάξη, φυσικά, επωμίστηκε όλο το βάρος του πανικού. Αυτόματα, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εκδιώχθηκαν από τις δουλειές τους. Οι μισθοί μειώθηκαν. Όλα αυτά έφεραν παρατεταμένες και απελπισμένες απεργίες. Όλες απέτυχαν. Κάποιες από τις απεργίες ακολουθήθηκαν από λοκ άουτ, και έτσι τεράστιος αριθμός ανθρώπων δεν μπορούσε καν να δουλέψει, ανεξάρτητα από τις συνθήκες εργασίας. Οι εργατικοί ηγέτες μπήκαν σε μαύρες λίστες. Ανάμεσα στο 1873 και το 1874, οι πραγματικοί μισθοί έπεσαν στο μισό. Οι εργατικές οργανώσεις έπαψαν να υπάρχουν. 

Δεν υπήρχαν ηγέτες να τις καθοδηγήσουν και εργάτες διατεθειμένοι να πληρώσουν συνδρομές. Στη Νέα Υόρκη τα μέλη των συνδικάτων, συνολικά, από τις 45.000 έπεσαν στις 5.000.Σε μια μαζική συνάντηση στην Ένωση Βαρελοποιών, στη Ν. Υόρκη το Δεκέμβρη του 1873, υπήρχε μια έκθεση από πλακάτ που διηγείτο μια τρομαχτική ιστορία: 

10.000 ΑΣΤΕΓΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ

7.500 ΣΤΟΙΒΑΖΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΓΕΜΑΤΑ ΟΣΤΕΟΦΥΛΑΚΙΑ ΚΑΘΕ ΒΔΟΜΑΔΑ 

20.250 ΑΝΕΡΓΟΙ ΑΠΟ 11 ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ ΜΟΝΟ 5.950 ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ

182.000 ΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ ΑΝΕΡΓΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ Ν. ΥΟΡΚΗΣ

110.000 ΑΝΕΡΓΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ Ν. ΥΟΡΚΗΣ 

Αλλά και στις άλλες μεγάλες πόλεις οι εργαζόμενοι χτυπήθηκαν εξίσου σκληρά. Εκείνο το χειμώνα χιλιάδες λιμοκτονούσαν ή είχαν ελλείψεις ρουχισμού και φαρμακευτικής περίθαλψης. Συγκεντρώσεις ανέργων λάμβαναν χώρα αλλά οι ευσυνείδητες κοινότητες θορυβούνταν, φοβούμενες ότι ένας μεγάλος όχλος από ανθρώπους που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπέφεραν παθητικά, κάποια στιγμή θα μπορούσε, αν γινόταν συμπαγής, να θέσει σε κίνδυνο ζωές και περιουσίες. Το Γενάρη του 1874, για παράδειγμα, οι ηγέτες των χτυπημένων από τη φτώχεια στη Ν. Υόρκη πήραν άδεια από την αστυνομία να κάνουν πορεία, αλλά κατά τη διάρκειά της η άδεια ανακλήθηκε. Ήταν αδύνατο για τους ηγέτες να ενημερώσουν το διεσπαρμένο αυτό στρατό των φτωχών για τις αλλαγμένες διαταγές. Όταν ο όχλος –άντρες, γυναίκες και παιδιά– έφτασε στο σημείο που αρχικά είχε καθοριστεί, εμφανίστηκε η αστυνομία. Σύμφωνα με μια αναφορά της εποχής «άνθρωποι ξεχύνονταν από τις εισόδους μέσα στους δρόμους, ακολουθούμενοι από έφιππους αστυνομικούς που έτρεχαν με τη μέγιστη ταχύτητα, χτυπώντας τους χωρίς να προκληθούν. Οι κραυγές των γυναικών και των παιδιών δονούσαν την ατμόσφαιρα και το αίμα πολλών έβαψε τους δρόμους». Μια βδομάδα μετά το γεγονός, η εφημερίδα Ο Κόσμος, εξέδωσε μια επιθεώρηση των γενικών συνθηκών, που έδειχνε ότι χιλιάδες «ζούσαν με 14 έως 70 σεντς τη βδομάδα» και ότι εκατοντάδες ζούσαν από τα σκουπίδια της πόλης –«στην κυριολεξία οδοκαθαριστές».

 Για τέσσερα χρόνια η οργή συσσωρευόταν και ξαφνικά το καλοκαίρι του 1877 ξέσπασε η απεργία στους Σιδηροδρόμους Μπάλτιμορ & Οχάιο –λιγότερο από ένα μήνα αφότου οι ηγέτες των Μόλι Μαγκουάιρς  απαγχονίστηκαν. Οι εταιρίες σιδηροδρόμων όπως και άλλες εταιρίες μέσα στο άγχος του πανικού, ή χρησιμοποιώντας τον πανικό σαν δικαιολογία, μείωναν τους μισθούς και όντας ανοιχτά εχθρικές προς τα συνδικάτα, απέλυαν αυτούς που συμμετείχαν σε επιτροπές διαμαρτυρίας. Στις αρχές Ιούλη, η Μπ.& Ο. ανακοίνωσε άλλη μια μείωση κατά10% στους μισθούς των θερμαστών και των μηχανοδηγών, η οποία θα ξεκινούσε να εφαρμοστεί από τις 16 του μήνα. Τα νέα έφεραν πανικό στους υπαλλήλους, οι οποίοι μόλις που κατάφερναν να ζήσουν τις οικογένειές τους με αυτά που έπαιρναν. Απελπισμένοι, έκαναν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και έστειλαν επιτροπές στο διευθυντή της γραμμής. Αυτός αρνήθηκε να τους συναντήσει. Όπως και οι άλλοι αξιωματούχοι της επιχείρησης πίστευε ότι οι δύσκολες συνθήκες θα εμπόδιζαν τους εργάτες να απεργήσουν. Και αν το έκαναν τόσο το χειρότερο για αυτούς υπήρχαν ορδές ανέργων δίπλα σε όλες τις σιδηροδρομικές γραμμές της Μπ.& Ο., από τις οποίες μπορούσαν να επιλέξουν άλλους. Το πρωί της 16ης Ιουλίου, τα τρένα επανδρώθηκαν ως συνήθως. Είχαν γίνει κάποιες συζητήσεις για απεργία, αλλά όπως όλα έδειχναν, καμιά δράση δεν είχε αποφασιστεί. Το απόγευμα, μια ομάδα θερμαστών και μηχανοδηγών σταμάτησε τη δουλειά στη διασταύρωση του Μέριλαντ. Έμοιαζε να είναι μια τοπική κινητοποίηση. Η εταιρεία δε δυσκολεύτηκε να τους αντικαταστήσει. Παντού, πεινασμένοι άνθρωποι ζητιάνευαν δουλειά... Αλλά όσο το απόγεμα προχωρούσε, οι αξιωματούχοι της εταιρείας δέχονταν αναφορές για δυσκολίες σε όλο το μήκος της γραμμής.



Τίποτα συγκεκριμένο αρχικά απλά «πρόβλημα»… «δυσαρέσκεια» …«ανυποταξία». Και το πρόβλημα έμοιαζε να είναι εντονότερο στο Μάρτινσμπεργκ της Δυτικής Βιρτζίνια, όπου, προς το βράδυ, οι άντρες ακινητοποίησαν όλα τα τρένα και σταμάτησαν τη δουλειά. Στα υπόλοιπα μέρη η κατάσταση έγινε εξίσου οξεία και δραματική. Έφτασαν νέα ότι οι βαρκάρηδες των καναλιών σταματούσαν και αυτοί να δουλεύουν. Μέχρι τα μεσάνυχτα όλο το σύστημα της Μπ. & Ο. παρέλυσε. Ήταν ένα αυθόρμητο κίνημα, πρακτικά ανοργάνωτο .

Ντροπιασμένη η διοίκηση της εταιρείας ζήτησε από τον Κυβερνήτη της Δ. Βιρτζίνια ένοπλη προστασία της περιουσίας της. Ο κυβερνήτης απάντησε αμέσως και το πρωί της 17ης Ιουλίου οι πρώτοι πυροβολισμοί ανταλλάχτηκαν στο Μάρτινσμπεργκ μεταξύ των απεργών και της εθνοφυλακής. Ένας θερμαστής πυροβολήθηκε. Η κατάσταση έγινε τεταμένη. Ομάδες από κατοίκους της πόλης και από αγρότες της γύρω περιοχής ενώθηκαν με τους απεργούς και τελικά δύο τμήματα της εθνοφυλακής του Μάρτινσμπεργκ,  βαθμοφόροι και οπλίτες, πήγαν και αυτοί με το μέρος τους. Όταν έμαθε τα νέα ο κυβερνήτης της Πολιτείας αποφάσισε να οδηγήσει ο ίδιος ένα στρατιωτικό απόσπασμα στο Μάρτινσμπεργκ, αλλά στο μεταξύ η απεργία εξαπλώθηκε και στο Γουίλινγκ, την πρωτεύουσα. Θορυβημένος, τηλεφώνησε στον Πρόεδρο Χέις στην Ουάσιγκτον ζητώντας να επέμβουν Ομοσπονδιακές στρατιωτικές  δυνάμεις. Ο πρόεδρος έδρασε αμέσως. Τακτικές δυνάμεις έλαβαν διαταγές και μέσα σε τρεις μέρες οι ανωμαλίες στη Δ. Βιρτζίνια περιορίστηκαν σημαντικά. Τα τρένα άρχισαν να κινούνται ξανά. Στο μεταξύ, η αταξία εξαπλώθηκε γρήγορα και σε άλλα σημεία όπου λειτουργούσε η Μπ. & Ο. Οι Ομοσπονδιακές δυνάμεις και η εθνοφυλακή εμφανίστηκαν αμέσως όπου τους κάλεσε η εταιρεία  Σε διάφορα μέρη η άφιξή τους πυροδότησε πολεμικά επεισόδια. Στη Βαλτιμόρη, για παράδειγμα, στρατιώτες οπλισμένοι μέχρι τα δόντια έκαναν παρέλαση σε διμοιρίες μέσα στην πόλη. Σε κάποια σημεία διασταυρώθηκαν με όχλους προλετάριων –απεργούς, συμπαραστάτες, αλήτες και άνεργους. Κάποιος απηύθυνε μια προσβολή στους στρατιώτες. Κάποιες πέτρες πεζοδρομίου και τούβλα πετάχτηκαν, τραυματίζοντας έναν εθνοφύλακα. Αμέσως, χωρίς διαταγή από το διοικητή τους, κάποιοι στρατιώτες πυροβόλησαν το πλήθος σκοτώνοντας και τραυματίζοντας ορισμένους. 

Το τρομοκρατημένο πλήθος προς στιγμήν υποχώρησε μπροστά στα όπλα των στρατιωτών, μετά όμως, ακόμα περισσότερες πέτρες και τούβλα πετάχτηκαν και οι στρατιώτες πυροβόλησαν ξανά αφήνοντας στο οδόστρωμα περισσότερους νεκρούς και τραυματίες εξεγερμένους. Για τρεις μέρες η εξέγερση συνεχίστηκε στη Βαλτιμόρη. Με τους απεργούς, που πρακτικά δεν είχαν ηγέτες, ενώθηκαν χιλιάδες εργάτες και άνεργοι μηχανικοί καθώς και ολόκληρη η εγκληματική τάξη της πόλης που έψαχνε μια ευκαιρία για να προβεί σε λεηλασίες. Ένας μεγάλος αριθμός από ανθρώπους άλλων επαγγελμάτων, που πρόσφατα είχαν υποστεί μειώσεις στους μισθούς τους, είχαν άσχημη διάθεση. Καλωσόρισαν αυτό που θεωρούσαν μια προσπάθεια εκ μέρους των εργατών των σιδηροδρόμων να διορθώσουν ένα κοινό κακό. Βοήθησαν τους εξεγερμένους και συνέβαλαν στη διάχυση του κινήματος, οργανώνοντας φλογερές συζητήσεις. Στο Κάμπερλαντ του Μέριλαντ η εθνοφυλακή σκότωσε 10 εργάτες και τραυμάτισε διπλάσιους. 

 Μέσα σε μερικές μέρες από το ξέσπασμα στη Μπάλτιμορ &Οχάιο, η απεργιακή επιδημία μεταδόθηκε στην εταιρεία Πενσιλβάνια Σέντραλ. Και εδώ η δράση ήταν αυθόρμητη. Οι απαιτήσεις των απεργών ήταν ανάλογες με αυτές των εργατών της Μπ. & Ο. Η εταιρεία, έχοντας το πάνω χέρι λόγω της γενικής ανεργίας, αρνήθηκε να διαπραγματευθεί με τους εργάτες. Στο Πίτσμπουργκ, το οποίο έγινε το επίκεντρο της αναταραχής στην Πενσυλβάνια, οι απεργοί μετέφεραν όλες τις ατμομηχανές στους σταθμούς και πήγαν στα σπίτια τους. Αλλά καθώς τα νέα της απεργίας διαχύθηκαν στη πόλη, οι δρόμοι γέμισαν με απεργούς όχι διαφορετικούς απ’ αυτούς της Βαλτιμόρης. Η τοπική κοινωνία έβλεπε με συμπάθεια την απεργία. Οι εθνοφύλακες, που ήταν παιδιά του Πίτσμπουργκ, ενώθηκαν με τους εργάτες, οπότε η διοίκηση της εταιρείας κάλεσε ένα σύνταγμα εθνοφυλακής από τη Φιλαδέλφεια και αργότερα τις Ομοσπονδιακές στρατιωτικές δυνάμεις. Οι άνεργοι και οι πεινασμένοι σχημάτισαν όχλους σε διάφορους τομείς της πόλης. Οι στρατιώτες προσπάθησαν να τους διαλύσουν. Μέσα σε λίγες μέρες πάνω από 20 εργάτες δολοφονήθηκαν από σφαίρες και πάνω από πενήντα τραυματίστηκαν.

Μια νύχτα, αρκετές εκατοντάδες βαγόνια μεταφοράς προϊόντων στους σταθμούς του Πίτσμπουργκ περιλούστηκαν με πετρέλαιο και πυρπολήθηκαν. Η πυρκαγιά γρήγορα μεταδόθηκε στα μαγαζιά και  τα κτήρια των σταθμών και πριν το ξημέρωμα είχαν καταστραφεί περιουσίες συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 5.000.000 δολαρίων. Οι απεργοί, ασφαλώς, κατηγορήθηκαν ότι έβαλαν τη φωτιά, αλλά εργατικοί και ριζοσπάστες συγγραφείς επιμένουν ότι τα περισσότερα βαγόνια ήταν παλιά και άχρηστα και ότι η εταιρεία πλήρωσε εμπρηστές για να καταστρέψουν τον εξοπλισμό ώστε να εισπράξει αποζημιώσεις από την Πολιτεία για ζημιές κατά τη διάρκεια της απεργίας. Οι διαδηλωτές, εξαγριωμένοι από τα θανατηφόρα πυρά που έριξε ο στρατός, τριγυρνούσαν στη πόλη λεηλατώντας μαγαζιά για να βρουν όπλα και τρόφιμα. Για κάποιο χρονικό διάστημα φάνηκε ότι οι εξεγερμένοι, παρόλο που δεν είχαν ηγεσία, θα νικούσαν τελικά τις Αρχές. Όπως και στην περίπτωση της Βαλτιμόρης, οι απεργοί σιδηροδρομικοί που ενεπλάκησαν στην εξέγερση ήταν λίγοι σε σχέση με τους πεινασμένους και απελπισμένους ανθρώπους που έλαβαν μέρος και που δεν είχαν δουλέψει για μήνες, αν όχι για χρόνια. Εξεγέρσεις έγιναν και αλλού στην Πενσυλβάνια. Στο Ρίντινγκ, δεκατρείς σκοτώθηκαν και 20 τραυματίστηκαν μέσα σε μια μόνο μέρα. 

Στο Σικάγο,  όπου επίσης υπήρχε  πείνα και ανεργία  η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα τεταμένη. Ριζοσπάστες έβγαζαν λόγους στους προλετάριους σχετικά με την αναγκαιότητα της επανάστασης. Ο Πάρσονς που δεν ήταν ακόμη αναρχικός βρισκόταν ήδη στην πόλη.  Διάφορες –όλες αποτυχημένες -απεργίες ήταν σε εξέλιξη κι ένας αριθμός μεγάλων εταιριών είχαν κάνει λοκ άουτ στους υπαλλήλους τους.

Τη νύχτα της 23ης Ιουλίου, υπάλληλοι της εταιρείας σιδηροδρόμων Μίτσιγκαν Σέντραλ απήργησαν ενάντια στην απειλή άλλης μιας μείωσης του μισθού τους, ο οποίος πολύ πρόσφατα είχε μειωθεί από65 σε 55 δολάρια το μήνα. Πριν τρεις μέρες οι άντρες αυτοί δεν έκαναν καμία σκέψη για απεργία. Τώρα, αποτελούσαν πρόθυμα ακροατήρια για εξτρεμιστές όπως ο Πάρσονς.

Η απεργία εξαπλώθηκε και μέσα σε 24 ώρες ολόκληρο το μεσο-δυτικό σύστημα μεταφορών, «το καμάρι του Σικάγο», παρέλυσε. Τη νύχτα της 24ης Ιουλίου η αστυνομία διέλυσε τρία πλήθη εργατών που είχαν μαζευτεί για να πάρουν οδηγίες από τον Πάρσονς και άλλους ηγέτες του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Ο Πάρσονς εξέδωσε εγκυκλίους που προέτρεπαν τους απεργούς και τους συμπαραστάτες να αποφύγουν τη χρήση βίας με κάθε κόστος, και έτσι να κερδίσουν την αλληλεγγύη του κοινού για το κίνημα του οχταώρου που τότε προωθούταν από το κόμμα του. «Οι μεγαλειώδεις αρχές τις Ανθρωπότητας και της Λαϊκής Κυριαρχίας», είπε, «δεν χρειάζονται βία για να υποστηριχθούν». Αλλά ήταν πολύ αργά για να προπαγανδιστεί η μη-βία. Την άλλη μέρα έλαβε χώρα μια ένοπλη μάχη μεταξύ αστυνομίας και απεργών κοντά στις «Κατασκευές Μακ Κόρμικ  Ρίπερ με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. 

Ο Λόιντ Λούις και ο Χένρι Τζάστιν Σμιθ, στο βιβλίο τους Σικάγο– Μια Ιστορία της Φήμης Του , γράφουν:

Είκοσι χιλιάδες άνδρες, αστυνομία και πολίτες, ήταν ένοπλοι. Αποσπάσματα σπιτονοικοκύρηδων κουβαλούσαν πυρομαχικά και περιπολούσαν στις γειτονιές. Την ίδια στιγμή, πενήντα διαφορετικές ομάδες διαδηλωτών συγκρούονταν με τους εθνοφύλακες και τους «Εθελοντές». Τα σαλούν ήταν κλειστά. … Πολίτες συγκέντρωναν πυρομαχικά και άλογα μπροστά στο Δημοτικό Κέντρο Εκδηλώσεων… Στους σταθμούς τραίνων της Δυτικής16ης Οδού, ατμομηχανές καταστρέφονταν και έπεφταν ομοβροντίες από σφαίρες. Μια μεγάλη ένοπλη μάχη λάμβανε χώρα στη γέφυρα ανάμεσα στις λεωφόρους Χάλστεντ και Άρτσερ. Ο τρόμος είχε κυριεύσει τους επιχειρηματίες, οι οποίοι ζήτησαν 5000 εθνοφύλακες για να κατασταλλούν «οι ρακένδυτοι αλήτες της Κομμούνας»… Τα μέλη των «ανώτερων τάξεων» εγκατέλειπαν  την πόλη.

Κατόπιν ένα τακτικό σύνταγμα του στρατού των ΗΠΑ έφτασε στο Σικάγο και αυτό ήταν το τέλος του αγώνα. Η απεργία έσπασε. Στις 26 Ιούλη, η Ντέιλι Νιούζ έγραφε:

"Για ολόκληρα χρόνια, οι σιδηρόδρομοι αυτής της χώρας λειτουργούσαν αντίθετα προς το Σύνταγμα… Χρέωναν ό ,τι ήθελαν για ναύλα και δασμούς. Κουρέλιασαν το Κογκρέσο, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό ένα λόμπι που έδινε μίζες εκατομμυρίων Οι διευθυντές τους λεηλατούσαν τις σιδηροδρομικές οδούς και κερδοσκοπούσαν με τις μετοχές τους, για τον προσωπικό πλουτισμό τους. Στο τέλος, μην έχοντας να κερδίσουν τίποτα άλλο απ’ τους μετόχους τους, επέδραμαν ενάντια στο κοινό και στους υπαλλήλους τους."

Οι μάχες εξαπλώθηκαν μέχρι την Ακτή του Ειρηνικού. Στο Σαν Φραντσίσκο οι εργάτες συγκρούστηκαν με αστυνομικούς και Εθελοντές. Συνολικά στη χώρα τα θύματα ήταν εκατοντάδες ενώ ο ακριβής αριθμός ποτέ δεν υπολογίστηκε. Ο αριθμός των δυνάμεων της τάξης που έλαβε ενεργό μέρος στην καταστολή των εξεγέρσεων πλησίασε τις 20 χιλιάδες άντρες. Έως το τέλος του Ιούλη, οι εξεγερμένοι είχαν  νικηθεί. 

Αμέσως μετά, ο συντηρητικός τύπος και οι κληρικοί από τους άμβωνες των εκκλησιών άρχισαν να προτρέπουν την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και τις διάφορες Πολιτείες να αναδιοργανώσουν και να ενδυναμώσουν τις ένοπλες δυνάμεις τους, ώστε στο μέλλον  να μπορούν να αντιμετωπίσουν καλύτερα τέτοια ξεσπάσματα –μιας και πίσω από τις εξεγέρσεις διέκριναν «την απαίσια παρουσία του Σοσιαλισμού, ο οποίος, περισσότερες από μία φορές είχε κάνει την Ευρώπη να τρέμει, εξαιτίας της ενέργειας του, του δεσποτισμού του και των τρομακτικών θηριωδιών του». 

Οι εξεγέρσεις ήταν αυθόρμητα κινήματα που προκλήθηκαν από την πείνα και τη δυστυχία –και αυτό θορύβησε περισσότερο τις Αρχές και τα «σεβαστά στοιχεία» της περιοχής, απ’ όσο αν επρόκειτο για προαποφασισμένα, σχεδιασμένα γεγονότα. Αν οι εξεγέρσεις είχαν δείξει κάποια σημάδια οργάνωσης, η αποτυχία τους θα ήταν μια καλύτερη εγγύηση για την υποταγή των εξεγερμένων στο μέλλον. Αλλά σ’ αυτούς τους ανοργάνωτους ξεσηκωμούς διαπίστωναν ένα στοιχείο αυθορμητισμού που έδειχνε μια βαθιά και διαδεδομένη δυσαρέσκεια ανάμεσα στους καταπιεσμένους και μια ισχυρή διάθεση των τελευταίων ν’ ανατρέψουν την υπάρχουσα κοινωνική τάξη. 

Τι θα γινόταν αν αυτή η δυσαρέσκεια οργανωνόταν από έναν ισχυρό ηγέτη–για παράδειγμα από έναν Δαντών ή από έναν Μπακούνιν; Οι εξεγερμένοι είχαν προσφέρει στον αμερικάνικο καπιταλισμό την πρώτη του μεγάλη τρομάρα. Η μνήμες από την Παρισινή Κομμούνα, έξι χρόνια νωρίτερα, ήταν ακόμα νωπές. Τρομοκρατημένος ο καπιταλισμός αποφάσισε πως έπρεπε να σφίξει τα λουριά και να κρατήσει υποταγμένη την εργατική τάξη.

Η ανέγερση μεγάλων κρατικών οπλοστασίων στις βιομηχανικές πόλεις ξεκίνησε εκείνη τη χρονιά, το 1877. Το Υπουργείο Πολέμου εξέδωσε ένα εγχειρίδιο με τακτικές αντιμετώπισης εξεγέρσεων. Και ήταν μόλις λίγα χρόνια αργότερα όταν ο στρατηγός Μολινώ έδωσε διάλεξη στο Ινστιτούτο Στρατιωτικής Υπηρεσίας, διαβάζοντας το πόνημά του: Εξεγέρσεις στις Πόλεις και η Καταστολή τους. 

Οι απεργοί που βρήκαν την ευκαιρία επέστρεψαν αποκαρδιωμένοι στις δουλειές τους με μειωμένους μισθούς. Από κάποιους ζητήθηκε να υπογράψουν δηλώσεις ότι δεν θα ξανασυμμετάσχουν σε συνδικάτα ούτε θα υποστηρίξουν στο μέλλον το κίνημα για το οχτάωρο. Πολλά συνδικάτα, όπως προανέφερα, διαλύθηκαν κατά τη διάρκεια του πανικού και οι περισσότεροι καπιταλιστές, παρόλο που ήταν ακόμη θορυβημένοι από τις εξεγέρσεις, θριαμβολογούσαν για «το τέλος του εργατικού συνδικαλισμού». Ο πανικός εξακολούθησε για δύο χρόνια μετά το τέλος των εξεγέρσεων. Οι σοσιαλιστές αγκιτάτορες, που είχαν πληθύνει κατά τη διάρκεια των σκληρών ημερών, απολάμβαναν ακόμη «το επαναστατικό πνεύμα» που ο όχλος είχε επιδείξει τις δύο αιματοβαμμένες βδομάδες. Τώρα είχαν κάτι πάνω στο οποίο μπορούσαν να δουλέψουν. Επίσης, μετά το διάταγμα ενάντια στο Σοσιαλισμό που εξέδωσε ο Βίσμαρκ το 1878, μετανάστευσαν στις ΗΠΑ εκατοντάδες μορφωμένοι Γερμανοί σοσιαλιστές, πολλοί απ’ αυτούς εξτρεμιστές. Μπήκαν στο χαλαρά οργανωμένο ριζοσπαστικό κίνημα στις διάφορες πόλεις, κυρίως στη Ν. Υόρκη και στο Σικάγο. Για κάποια χρόνια ήταν εξαιρετικά απερίσκεπτο για τους εργάτες να μπουν σε συνδικάτα ή να υποστηρίξουν ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ήταν, μετά τις εξεγέρσεις, πολλοί να αρχίσουν να συγκεντρώνονται σε μυστικές επαναστατικές συνελεύσεις. Έτσι, το κίνημα ουσιαστικά συνέχιζε το δρόμο του υπογείως. Υπήρχαν ακόμη και ομάδες εργατών που άρχισαν να εξοπλίζονται και να εξασκούνται στη χρήση των όπλων μέσα στα δάση, για τις επερχόμενες τελικές μάχες με τον καπιταλισμό – «την Επανάσταση»– κατά την οποία σκόπευαν να αντιμετωπίσουν την αστυνομία και το στρατό με πιστόλια και βόμβες.

 Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Louis Adamic " DYNAMITE The story of Class Violence in America" που εκδόθηκε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ την άνοιξη του 1931.  Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε απ' τη δεύτερη έκδοση του 1934.

 Τυπώθηκε το Νοέμβρη του 2008 απ' τις εκδόσεις Διάδοση με τον τίτλο Η Ταξική Βία στην Αμερική και κυκλοφόρησε σε 800 αντίτυπα. Όποιος ενδιαφέρεται να το διαβάσει και -βέβαια- αντέχει την ηλεκτρονική ανάγνωση, θα το βρει , εδώ



25 Νοε 2011

Πυρ στην Αλαμάνα και φωτιά στον Γοργοπόταμο

Η τρενογέφυρα του Γοργοπόταμου φτιάχτηκε απ' τη γαλλική εταιρεία Batignoles το 1905 μαζί με όλη την υπόλοιπη γραμμή απ' τον Μπράλο ως το Λιανοκλάδι. 

Ένα χρόνο αργότερα, γίνονται τα εγκαίνια της, 


 και περνάει το πρώτο τρένο με κατεύθυνση τη Σαλονίκη:


Τρενογέφυρα στρατηγικότατης σημασίας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο,   η γέφυρα του Γοργοπόταμου ανατινάχτηκε τρεις φορές. Το 1941 από Άγγλους που υποχωρούσαν, το 1942,  και το 1944 από τους φασίστες που την έκαναν μ' αλαφρά πηδηματάκια.  

Φασίστες επιθεωρούν τη γέφυρα μετά την πρώτη ανατίναξή της από Εγγλέζους το 1941


Σαν απόψε τα μεσάνυχτα λοιπόν , το 1942 σκάει στα τριγύρω ο Άρης μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, και κάτι άλλους.  

Έχουν αποφασίσει να την ανατινάξουν ώστε να μπλοκάρουν τον εφοδιασμό απ' τη θάλασσα,  των φασιστών του Ρόμελ που βρισκόταν στη Βόρεια Αφρική για να βοηθήσουν τους φίλους τους , τους Ιταλούς.

Καταλαμβάνουν διάφορα τμήματα της γέφυρας που τα φυλάνε Ιταλοί κι ένα χιλιόμετρο γραμμή στο βορά και στο νότο. Κάποιοι απ' τους κάτι άλλους -κάτι εγγλέζοι για την ακρίβεια- τοποθετούν στα σωστά σημεία το TιεNTί και γύρω στις 2 τα ξημερώματα της 26ης Νοέμβρη, όλα είναι έτοιμα για ν' αρχίσουν να μετράνε ανάποδα. 

3
2
και ... μπουμ!


Δυο μέρες μετά, θα ' ρθουν τ'  αντίποινα: Οι Ιταλοί θα εκτελέσουν μπροστά στη γκρεμισμένη γέφυρα 7 απ' τους 14 αντάρτες που βρισκόταν στις φυλακές της Λαμίας.

Ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχος απ' τους "Ήρωες" που έγραψε ο Στέφανος Βακάλης και τραγούδησε πρώτη η Μαρία Δημητριάδη. Ακολούθησε ο Πέτρος Πανδής  αλλά εδώ θα τ' ακούσουμε απ' τα Μεθυσμένα Ξωτικά σε μια γαμάτη διασκευή.
Απ' το άλμπουμ "Μεθυσμένα Ξωτικά"  που κυκλοφόρησε το 2007:



 υγ. Οι φωτογραφίες είναι δανεισμένες είναι απ' το gorgopotamosvillage. gr

14 Ιουν 2011

Ο αναρχισμός ως μια θεωρία οργάνωσης – Ζήτω ο Ελβετικός σιδηρόδρομος!

Το παρακάτω ενδιαφέρον κειμενάκι το πήρα απ' τον Παραλληλογράφο

Η συλλογική μετάφραση έγινε από τους Θοδωρή Σάρα και risinggalaxy :

Κόλιν Γουώρντ – Ο Αναρχισμός ως μια θεωρία οργάνωσης

Σημείωση: Αυτό το κείμενο δείχνει τις ομοιότητες μεταξύ του αναρχισμού και των αρχών των περίπλοκων συστημάτων που αποτελούνται από πολλές αλληλένδετες μονάδες. Ίσως, μόνο όταν αντικατασταθεί η μηχανιστική θεώρηση του κόσμου από μια κυβερνητική [1] , ο αναρχισμός ως οργάνωση να αναγνωρισθεί τελικά και να γίνει αποδεκτός.


Ίσως σκεφτείτε, ότι με το να περιγράφω τον αναρχισμό σαν μια θεωρία οργάνωσης ηθελημένα να προτείνω ένα παράδοξο: «αναρχία» μπορεί να θεωρείται από εσάς το αντίθετο της οργάνωσης. ‘Όμως, στη πραγματικότητα η «αναρχία» σημαίνει απουσία κυβέρνησης, απουσία εξουσίας.

Μπορεί να υπάρξει κοινωνική οργάνωση δίχως εξουσία, δίχως κυβέρνηση; Οι αναρχικοί ισχυρίζονται πως μπορεί να υπάρξει και ισχυρίζονται επίσης ότι είναι επιθυμητό να υπάρξει. Ισχυρίζονται, ότι στη βάση των κοινωνικών μας προβλημάτων είναι η αρχή της κυβέρνησης. Είναι, άλλωστε, οι κυβερνήσεις που ετοιμάζονται για πόλεμο και εξαπολύουν τον πόλεμο, ακόμα και αν είστε υποχρεωμένοι να πολεμήσετε σε αυτόν και να τον πληρώσετε. Οι βόμβες για τις οποίες ανησυχείτε δεν είναι αυτές με τις οποίες οι καρτουνίστες σχεδιάζουν τους αναρχικούς, αλλά οι βόμβες που οι κυβερνήσεις τελειοποίησαν με δικά σας έξοδα. Είναι, τελικά, οι κυβερνήσεις που φτιάχνουν και επιβάλουν τους νόμους που δίνουν τη δυνατότητα στους «έχοντες» να έχουν τον έλεγχο των κοινωνικών πόρων παρά να τους μοιράζονται με τους «μη έχοντες». Είναι, τελικά, η αρχή της εξουσίας που διασφαλίζει ότι οι άνθρωποι θα δουλέψουν για κάποιον άλλο για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, όχι γιατί το απολαμβάνουν η έχουν τον έλεγχο επάνω στη δουλειά τους, αλλά γιατί το βλέπουν ως το μόνο μέσο βιοπορισμού.

Είπα ότι είναι οι κυβερνήσεις που κάνουν πολέμους και ετοιμάζουν πολέμους, αλλά προφανώς δεν είναι από μόνες τους. Η δύναμη μιας κυβέρνησης, ακόμα και της ποιο απόλυτης δικτατορίας, εξαρτάται από τη σιωπηρή συγκατάθεση των κυβερνωμένων.
Γιατί οι άνθρωποι συναινούν στο να κυβερνώνται; Δεν είναι μόνο ο φόβος: τι μπορεί να έχουν να φοβηθούν εκατομμύρια ανθρώπων από μια μικρή ομάδα πολιτικών; Είναι γιατί ενστερνίζονται τις ίδιες αξίες με τους κυβερνήτες τους. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι πιστεύουν στις αρχές της εξουσίας, της ιεραρχίας, της δύναμης. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της πολιτικής αρχής. Οι αναρχικοί, η οποίοι πάντα έκαναν τον διαχωρισμό μεταξύ τους κράτους και της κοινωνίας, εμμένουν στην κοινωνική αρχή, η οποία μπορεί να ιδωθεί όποτε οι άνθρωποι ενώνονται σε σχέσεις βασισμένες στην κοινή ανάγκη η το κοινό συμφέρον. «Το Κράτος» είπε ο Γερμανός αναρχικός Γκούσταβ Λαντάουερ, «δεν είναι κάτι που μπορεί να καταστραφεί από μια επανάσταση, αλλά είναι μια συνθήκη, μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ των ανθρώπινων όντων, ένας τρόπος ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το καταστρέφουμε με το να συνάπτουμε άλλες σχέσεις, με το να συμπεριφερόμαστε διαφορετικά.»

Ο καθένας μπορεί να δει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη οργάνωσης. Υπάρχει το είδος που σας επιβάλουν, το είδος που προέρχεται από τα επάνω και υπάρχει το είδος το οποίο πηγάζει από τα κάτω, στο οποίο κανένας δεν μπορεί να σας επιβάλει να κάνετε οτιδήποτε και στο οποίο είστε ελεύθεροι να συμμετέχετε η να φύγετε από μόνοι σας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που θέλουν να μεταμορφώσουν όλα τα είδη της ανθρώπινης οργάνωσης στο είδος της καθαρά εθελοντικής ένωσης όπου οι άνθρωποι μπορούν να τη διακόψουν και να ξεκινήσουν μια δικιά τους αν δεν τους αρέσει. Εγώ, κάποτε, κάνοντας μια επισκόπηση αυτού του επιπόλαιου αλλά χρήσιμου μικρού βιβλίου με τίτλο «Ο νόμος του Πάρκινσον»(*), προσπάθησα να διατυπώσω τέσσερις αρχές μιας αναρχικής θεωρίας της οργάνωσης:
ότι θα πρέπει να είναι:

(1) Εθελοντική
(2) Λειτουργική
(3) Προσωρινή
(4) Μικρού μεγέθους.

Θα πρέπει να είναι εθελοντική για προφανείς λόγους. Δεν υπάρχει κανένα νόημα στη συνηγορία μας στην ατομική ελευθερία και υπευθυνότητα αν είναι να συνηγορούμε για θεσμούς στους οποίους η συμμετοχή είναι υποχρεωτική.
Θα πρέπει να είναι λειτουργική και προσωρινή ακριβώς γιατί η μονιμότητα είναι ένας από τους παράγοντες που σκληραίνουν τις αρτηρίες ενός οργανισμού, κάνοντας τον να ενδιαφέρεται για την επιβίωση του ιδίου, υπηρετώντας τα συμφέροντα των γραφειοκρατών παρά τη λειτουργία του.
Θα πρέπει να είναι μικρού μεγέθους ακριβώς γιατί σε μικρά γκρουπ «πρόσωπο με πρόσωπο», οι γραφειοκρατικές και οι ιεραρχικές τάσεις που είναι έμφυτες σε οργανισμούς θα έχουν τη μικρότερη πιθανότητα να αναπτυχθούν. Είναι όμως από το τελευταίο σημείο από το οποίο οι δυσκολίες πηγάζουν. Αν πάρουμε ως δεδομένο ότι ένα μικρό γκρουπ μπορεί να λειτουργήσει αναρχικά, είμαστε ακόμα αντιμέτωποι με το πρόβλημα όλων εκείνων των κοινωνικών λειτουργιών για τις οποίες είναι απαραίτητη η οργάνωση αλλά σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. «Καλά», μπορεί να απαντήσουμε, όπως κάποιοι αναρχικοί έχουν κάνει, «αν μεγάλοι οργανισμοί είναι απαραίτητοι, μη μας υπολογίζετε. Θα τα καταφέρουμε και χωρίς αυτούς». Μπορούμε να το πούμε αυτό φυσικά, αλλά αν προπαγανδίζουμε τον αναρχισμό ως μια κοινωνική φιλοσοφία πρέπει να συνυπολογίζουμε και όχι να αποφεύγουμε τα κοινωνικά γεγονότα. Είναι καλύτερα για εμάς να πούμε «αφήστε μας να βρούμε τρόπους με τους οποίους μεγάλης κλίμακας λειτουργίες μπορούν να διασπαστούν σε λειτουργίες ικανές να οργανωθούν από μικρά λειτουργικά γκρουπ και τότε συνδέστε όλα αυτά τα γκρουπ με ομοσπονδιακό τρόπο.» Οι κλασικοί αναρχικοί στοχαστές, οραματιζόμενοι τη μελλοντική οργάνωση της κοινωνίας, σκέπτονταν με όρους δύο ειδών κοινωνικών θεσμών: Σαν μια γεωγραφική μονάδα, τη κομμούνα, μια Γαλλική λέξη που μπορείτε να τη θεωρήσετε ως ισοδύναμη της λέξης «κοινότητα» η της Ρωσικής λέξης «σοβιέτ» στη αυθεντική σημασία της, αλλά που έχει επίσης και τη χροιά των αρχαίων οργανωμένων χωριών για τη καλλιέργεια γης από κοινού. Και το συνδικάτο, μια άλλη Γαλλική λέξη από την ορολογία των σωματίων εμπορίου, η το συμβούλιο των εργατών σαν μονάδα βιομηχανικής οργάνωσης. Και τα δύο έχουν οραματισθεί σαν μικρές μονάδες που θα μπορούσαν να ομοσπονδοποιηθούν μεταξύ τους για τις μεγαλύτερες υποθέσεις της ζωής, διατηρώντας την αυτονομία τους, η μια ομοσπονδοποιούμενη γεωγραφικά και η άλλη βιομηχανικά.

Το πλησιέστερο πράγμα στην καθημερινή πολιτική εμπειρία, στην ομόσπονδη αρχή που προτάθηκε από τον Προυντόν και τον Κροπότκιν θα ήταν το Ελβετικό, παρά το Αμερικάνικο, πολιτικό σύστημα. Και χωρίς να θέλω να υμνήσω το Ελβετικό πολιτικό σύστημα, μπορούμε να δούμε ότι τα είκοσι δύο ανεξάρτητα καντόνια της Ελβετίας είναι μια επιτυχημένη ομοσπονδία. Είναι μια ομοσπονδία όμοιων μονάδων, μικρών πυρήνων, και τα σύνορα των καντονιών διασχίζουν ενδιάμεσα τα γλωσσολογικά και εθνικά όρια έτσι ώστε, σε αντίθεση με πολλές ανεπιτυχείς ομοσπονδίες, η συνομοσπονδία δεν κυριαρχείται από μια η κάποιες πολιτικές μονάδες. Γιατί το πρόβλημα της ομοσπονδίας, όπως το θέτει ο Λέοπολντ Κόρ στο «Η κατάρρευση των Κρατών», είναι πρόβλημα διαχωρισμού και όχι ενότητας.

Ο Herbert Luethy γράφει για το πολιτικό σύστημα της χώρας του:
«Κάθε Κυριακή, οι κάτοικοι πολυάριθμων κοινοτήτων, προσέρχονται στις κάλπες για εκλέξουν δημόσιους λειτουργούς, να επικυρώσουν κονδύλια, η να αποφασίσουν αν θα χτιστεί ένα σχολείο η ένας δρόμος. Αφού κανονίσουν τις δουλειές της κομμούνας, ασχολούνται με τις εκλογές στα καντόνια και ψηφίζουν για θέματα των καντονιών. Στο τέλος..παίρνονται οι αποφάσεις που αφορούν την ομοσπονδία. Σε κάποια από τα καντόνια, οι κυρίαρχοι άνθρωποι ακόμα συναντιούνται σε στυλ Ρουσώ, για να συζητήσουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Αυτή η μορφή συγκέντρωσης μπορεί να ειδωθεί σαν μια σεβαστή παράδοση με μια κάποια τουριστική αξία. Αν είναι έτσι αξίζει να δει κανείς τα αποτελέσματα της τοπικής δημοκρατίας. Το πιο απλό παράδειγμα είναι το Ελβετικό σιδηροδρομικό δίκτυο, το οποίο είναι το πιο πυκνό στο κόσμο. Με μεγάλο κόστος και προβλήματα, έχει φτιαχτεί για εξυπηρετεί τις ανάγκες των πλέον μικρών κοινοτήτων και των πιο απομακρυσμένων κοιλάδων, όχι σαν μια πρόταση κέρδους αλλά γιατί έτσι ήθελε ο λαός. Είναι το αποτέλεσμα μανιασμένων πολιτικών αγώνων. Το 19ο αιώνα, το «δημοκρατικό σιδηροδρομικό κίνημα» έφερε τις μικρές Ελβετικές κοινότητες σε σύγκρουση με τις μεγάλες πόλεις οι οποίες είχαν συγκεντρωτικά σχέδια…

Και αν συγκρίνουμε το Ελβετικό δίκτυο με το Γαλλικό το οποίο, με αξιέπαινη γεωμετρική κανονικότητα, είναι εξ ολοκλήρου επικεντρωμένο στο Παρίσι ώστε η ευημερία ή η παρακμή μια περιοχής, η ζωή ή ο θάνατος ολόκληρων περιοχών να έχει εξαρτηθεί από τη ποιότητα της σύνδεσης με τη πρωτεύουσα, βλέπουμε τη διαφορά μεταξύ του συγκεντρωτικού κράτους και της ομόσπονδης συμμαχίας. Ο σιδηροδρομικός χάρτης είναι ο ευκολότερος να διαβάσει κανείς με μια ματιά, αλλά ας υπερθέσουμε επάνω του μια άλλη οικονομικά δραστηριότητα καθώς και τη μετακίνηση πληθυσμών.. Η διανομή της βιομηχανικής δραστηριότητας σε όλη την Ελβετία, ακόμα και στις απομακρυσμένες περιοχές μαρτυρεί για την δύναμη και τη σταθερότητα της κοινωνικής δομής της χώρας και απέτρεψε όλες τις φρικτές συγκεντρώσεις της βιομηχανίας, με τα γκέτο και το ξεριζωμένο προλεταριάτο.»

Τα παραθέτω όλα αυτά, όπως είπα, όχι για να υμνήσω την Ελβετική δημοκρατία, αλλά για να υποδείξω ότι η ομοσπονδιακή αρχή η οποία βρίσκεται στη καρδία της αναρχικής κοινωνικής θεωρίας, είναι άξια περισσότερης προσοχής από ότι της έχει δοθεί στα συγγράμματα της πολικής επιστήμης. Ακόμα και στο πλαίσιο των συνήθων πολιτικών θεσμών η υιοθέτηση της έχει εκτεταμένα αποτελέσματα. Μια άλλη αναρχική θεωρία οργάνωσης είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε «αυθόρμητη τάξη»: Δεδομένης μιας κοινής ανάγκης, μιας συλλογικότητα ανθρώπων, μέσω της δοκιμής και του λάθους, με αυτοσχεδιασμό και πειραματισμό, θα εξελίξει τη τάξη από το χάος. Μια τάξη πιο συνεχή και πιο στενά συνδεδεμένη στις ανάγκες τους από οποιοδήποτε άλλο είδος εξωτερικά επιβεβλημένης τάξης. Ο Κροπότκιν παρήγαγε αυτή τη θεωρία από τις παρατηρήσεις του πάνω στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας και της κοινωνικής βιολογίας που οδήγησαν στο βιβλίο του «Αλληλοβοήθεια» και έχει παρατηρηθεί στις ποιο επαναστατικές καταστάσεις, σε όλους τους ad hoc οργανισμούς που ξεφυτρώνουν μετά από φυσικές καταστροφές, η σε οποιαδήποτε δραστηριότητα όταν δεν υπάρχουν οργανωτικές φόρμες η ιεραρχική εξουσία. Το όνομα που έχει δοθεί σε αυτή την έννοια είναι «Κοινωνικός Έλεγχος» στο ομότιτλο βιβλίο του Έντουαρντ Άλσγουωρθ Ρος, ο οποίος παρέθεσε στιγμές από «συνοριακές» κοινωνίες όπου, μέσω ανοργάνωτων η άτυπων μέτρων, η τάξη διατηρείται χωρίς να ωφελείται η θεσμοποιημένη εξουσία. «Η συμπάθεια, η κοινωνικότητα, η αίσθηση δικαιοσύνης και η δυσαρέσκεια, είναι αρμόδιες, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, να επεξεργαστούν για τον εαυτό τους μια αληθινή, φυσική τάξη, δηλαδή μια τάξη δίχως σχεδιασμό η τέχνη


Περισσότερα εδώ



9 Ιουν 2011

Γη κι Ελευθερία


Βαρκελώνη,  18 Ιούλη 1936 : Η CNT καλεί σε γενική απεργία. 

Τρεις μέρες μετά, οι σιδηροδρομικοί της Καταλωνίας αποφασίζουν να κολλεκτιβοποιήσουν τα τρένα και να τα κάνουν αναρχότρενα. 

Πολύ σύντομα θα πάρουν τον ίδιο δρόμο τα τραμ, τα λεωφορεία και τα πλοία. 





Οι μεταλλουργοί μπαίνουν κι αυτοί δυναμικά στο χορό,  φτιάχνοντας θωρακισμένα οχήματα και χειροβομβίδες,  δωράκια για τους συντρόφους τους στο μέτωπο.

Μέχρι τον Αύγουστο σχεδόν όλες οι βιομηχανίες είναι στα χέρια των εργατών στην  Καταλωνία,  που κρατά σχεδόν τα δυο τρίτα της βιομηχανίας της χώρας. 

Απ' τη Βαρκελώνη ξεκινάνε τα τρένα για το μέτωπο της Αραγκόν, ενώ ο Robert Capa τραβάει φωτογραφίες :





Προς τη Βαρκελώνη κατευθύνεται ο David Carr (ή Ian Hart στο πραγματικό του) που τα βροντάει όλα στην Αγγλία για να καταταγεί στις Διεθνείς Ταξιαρχίες. 

Και η πρώτη του επαφή με  Ισπανούς συντρόφους είναι στο τρένο:


Το αποσπασματάκι παραπάνω είναι απ' την ταινία του Κεν Λόουτς " Γη κι Ελευθερία" που παίχτηκε πρώτη φορά το 1995 και μαζί με τον Ian Hart πρωταγωνιστούν η Rosana Pastor και ο Frederic Pierrot. 



17 Μαρ 2011

Διακοπές στο Τσέρνομπιλ

Αρχές του 20ου αιώνα, κατοικούσαν την περιοχή κυρίως Εβραίοι. Με το λοιμό του '33 αρχικά και στη συνέχεια  με τα δωρεάν ταξιδάκια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης/εξόντωσης,  από κυρίως Εβραίους ξεμπερδέψανε. Κάτι λίγοι Πολωνοεβραίοι που ξέμειναν, εξορίστηκαν στο Καζακστάν. 

Τη δεκαετία του  50 η περιοχή του Τσέρνομπιλ επιλέγεται για να στηθεί ο πρώτος πυρηνικός σταθμός σε Ουκρανικό έδαφος και ξεκινάει να λειτουργεί το '77 ως πρότυπο πυρηνικό εργοστάσιο της τότε ΕΣΣΔ.

Εννιά χρονάκια αργότερα, συγκεκριμένα στις 26 Απρίλη του 1986, ο αντιδραστήρας νούμερο τέσσερα παθαίνει ατύχημα. Το μεγαλύτερο όμως ατύχημα το παθαίνουν όσοι αέρηδες,  εδάφη , νερά,  άνθρωποι, ζώα,  και φυτά  ζουν εκεί γύρω. 

 Στην Ελλάδα με αφορμή το ατύχημα δυο είναι οι κυριότερες αντιδράσεις. Απ' τη μια πανικόβλητοι καταναλωτές μπουκάρουν στα σούπερ μάρκετ  και τ' αδειάζουν , κι απ' την άλλη ψύχραιμοι κνίτες καταναλώνουν ντομάτες, αγγουράκια και λοιπά ζαρζαβατικά για να μας πείσουν πως η σοβιετική ραδιενέργεια δε βλάφτει την υγεία μας. 

[...]

 " Μετά την έκρηξη στον αντιδραστήρα 4 οι κάτοικοι του Pripyat ( μιας πόλης που φτιάχτηκε  δίπλα το Τσέρνομπιλ για να κατοικηθεί από τους εργαζόμενους στο πυρηνικό εργοστάσιο και σήμερα είναι μια ωραία πόλη φάντασμα) συγκεντρώθηκαν στη σιδηροδρομική γέφυρα λίγο έξω απ' την πόλη για να απολαύσουν τη θέα του αντιδραστήρα και να δουν απόκοντα τι συνέβη. 

Αρχικά όλοι έλεγαν πως τα επίπεδα ραδιενέργειας ήταν πολύ χαμηλά και πως ήταν ασφαλείς. Ελάχιστοι ήξεραν πως στη συγκεκριμένη γέφυρα συγκεντρώθηκε τεράστια ποσότητα ραδιενέργειας.

Είδαν ένα υπέροχο ουράνιο τόξο από πολύχρωμες φλόγες που ξεπερνούσαν στο ύψος τον καπνό που έβγαινε απ' το εργοστάσιο. Κανένας απ' αυτούς δεν έζησε αφού η ραδιενέργεια που φάγανε ήταν 500 φορές μεγαλύτερη απ' αυτή που μπορεί να σηκώσει ο ανθρώπινος οργανισμός" 

                                                                           [...] 

Σήμερα, εικοσπέντε χρόνια λέητερ, κάποιοι φωτογράφοι μας μεταφέρουν εικόνες απ' εκείνα τα μέρη: 

Chernobyl Train
Chernobyl Train Station
 Υγ. Περισσότερα για τους φωτογράφους: εδώ για τον πρώτο κι εκεί για το δεύτερο. 

16 Φεβ 2011

Παιδάκια στα κάρβουνα (και στις ράγες) - πρώτο μέρος

Ταξίδεψε στις Η.Π.Α πόλη - πόλη, για να φωτογραφίσει παιδιά που δουλεύουν στα καρβουνωρυχεία, τα μεταλλωρυχεία,  τους μύλους, τα υφαντουργεία και το δρόμο. 

Αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο Lewis Wickes Hine ( 1874 -1940) αφού τέλειωσε τις σπουδές του στην κοινωνιολογία, το γύρισε  στη φωτογραφία. Θαρρώ η πιο γνωστή του είναι αυτή στ' αριστερά, με τον τύπο που δουλεύει σε μια ατμομηχανή, και τραβήχτηκε το 1920.

Ξεκίνησε το 1904 φωτογραφίζοντας μετανάστες στο Ellis Island, το γνωστό φιλόξενο νησάκι λίγο έξω απ' τη Νιού Γιόρκ, που 'χει "υποδεχτεί" και δικά μας  σόγια κείνες τις εποχές. Στη δεκαετία '20-'30 συνεχίζει κυρίως με βιομηχανικούς εργάτες, αλλά κι αυτούς που δούλεψαν για να στήσουν το Empire State Building.

Ενδιάμεσα, το 1908 πιάνει δουλειά στην Εθνική Επιτροπή για την παιδική εργασία (NCLC) και για μια δεκαετία φωτογραφίζει πιτσιρίκια που τα ξεπατώνουν στη δουλειά, κάτω από σκατά συνθήκες και σαφώς με μεροκάματα της πλάκας. Οι φωτογραφίες του δεν είναι απλά  καταγραφή μιας εποχής, αλλά μάλλον  κριτική στα τότε συμπτώματα της  οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικής πανούκλας, που εκατό χρόνια περάσανε από τότε ,  κι ακόμα σέρνεται:

August 1908. Tipple boy at the Turkey Knob coal mine in Macdonald, West Virginia
Johnnie X, December 1908
John Roberts, December 1908
A Lonely Job, January 1911
Four Pots a Day, February 1913
Bakery Boy, April 1917
Swipin’ coal from the freight yards. Oklahoma City, Oklahoma,  April 1917
 (συνεχίζεται)